1
GK_SEARCH

Μιχάλης Τρεμόπουλος


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ:

Πώς φτάσαμε στη δικτατορία του Μεταξά

metaxas.jpg

Άρθρο του Μ. Τρεμόπουλου που δημοσιεύτηκε στις 4/8/2014 στο tvxs.gr

 

Η επέτειος της 4ης Αυγούστου δημιουργεί εκείνους τους συνειρμούς που είναι απαραίτητοι για τα διδάγματα που οφείλουμε να αντλούμε μέσα από την Ιστορία.

 

Η υστέρηση στην αφομοίωση της σύγχρονης Ιστορίας και άλλες παθογένειες άφησαν εν πολλοίς ανοιχτή τη δυνατότητα μαζικής αποδοχής της φιλομεταξικής αφήγησης, ένα έδαφος που η Χρυσή Αυγή αξιοποίησε και εξέφρασε.

 

Δεν είναι, λοιπόν, περιττό να ξανατονίσουμε τις ιστορικές αντιστοιχίες με την περίοδο του μεσοπολέμου και την ανάπτυξη κινημάτων που ευθυγραμμίστηκαν και με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή ανάδυση του φασισμού και του ναζισμού.

 

Η δεκαετία του 1930 ήταν και για την Ελλάδα πολυτάραχη όπως και για τον υπόλοιπο κόσμο. Μετά το μακελειό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 και τη συνακόλουθη κοινωνική, πολιτική και ηθική κρίση, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι φασισμοί ήταν η κατάληξη της βίαιης σκλήρυνσης της πολιτικής ζωής.

 

Ήδη από το 1920 ο Μουσολίνι, με τη χρηματοδότηση τραπεζιτών, βιομηχάνων και μεγαλοκτηματιών και την υποστήριξη μικροαστών και έφεδρων αξιωματικών, οργάνωσε επιθέσεις σε πνευματικές λέσχες, πυρπολήσεις λαϊκών κατοικιών και εργατικών κέντρων και δολοφονίες χιλιάδων ατόμων, με την ανοχή αστυνομίας και δικαιοσύνης. Τον Οκτώβριο του 1922 είχε οργανώσει την πορεία του προς τη Ρώμη και στις εκλογές του Απριλίου του 1924 οι φασίστες εξασφάλισαν 406 από τις 535 έδρες της Βουλής. Ο Χίτλερ, ο οποίος εμπνεύσθηκε από το φασισμό, ξεπέρασε το πρότυπό του, τον Μουσολίνι. Με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, με μέθοδο, με πρόγραμμα, με λαϊκισμό, μπόρεσε να εκμεταλλευθεί τη γενική δυσαρέσκεια που είχε δημιουργήσει η οικονομική και πολιτική κρίση του 1929-31 και πέτυχε να καταλάβει 107 έδρες, οι οποίες το 1932 αυξήθηκαν σε 196 και το 1933 σε 288. Τα τμήματα εφόδου και τα Ες-Ες -οι πλέον επίφοβοι ιδιωτικοί στρατοί- διεκδίκησαν πολιτική κυριαρχία στη Γερμανία. Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία (30 Ιανουαρίου 1933), τα τμήματα εφόδου ανέλαβαν αστυνομικά καθήκοντα και επέτρεψαν στο κόμμα του να κερδίσει τις εκλογές του Μαρτίου του 1933. Και στις 23 Μαρτίου 1933 ο Χίτλερ ανέλαβε όλες τις εξουσίες.

 

Για την αντιμετώπιση του εργατικού κινήματος, ενθαρρύνθηκε ο αυταρχισμός και η ανάπτυξη δικτατορικών καθεστώτων, τα οποία στηρίχτηκαν στον εθνικισμό, την ιδεολογία που έκανε αποδεκτές τις στερήσεις τις οποίες συνεπάγονταν οι μαζικοί εξοπλισμοί. Ακολούθησε κύμα εδαφικών διεκδικήσεων, που συνοδεύτηκαν από

επιθετικές ενέργειες. Με πρότυπα τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό ναζισμό, στη νότια και ανατολική Ευρώπη, κι όπου υπήρχε έλλειμμα φιλελεύθερων παραδόσεων και σταθερών δημοκρατικών θεσμών, θα επιβληθούν αυταρχικές λύσεις και δικτατορίες: Ουγγαρία-1919, Ισπανία-1923 και 1936, Πολωνία-1926, Πορτογαλία-1926, Αλβανία-1928, Γιουγκοσλαβία-1929, Λιθουανία-1929, Εσθονία-1933, Αυστρία-1933, Λετονία-1934, Βουλγαρία-1934, Ελλάδα-1936, Ρουμανία-1938. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 είχαν απαγορευτεί τα 47 από τα 67 κομμουνιστικά κόμματα που υπήρχαν στον κόσμο.

 

 

Τα φασιστικά κινήματα χαρακτηρίζονταν από φανατικό αντικομμουνισμό και εθνικισμό, προωθούσαν τον μιλιταρισμό και τη βίαιη καταστολή, τόνιζαν την πίστη τους στις αξίες της θρησκείας, της έννομης τάξης και της οικογένειας και στόχευαν στη διάλυση των συνδικάτων και την επιβολή εργασιακής πειθαρχίας. Πολλά από αυτά μετατράπηκαν σε κινήματα εξουσίας, στηριζόμενα στην ευρεία αποδοχή και υποστήριξή τους από τα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα, τους βιομηχάνους, την εκκλησία.

 

Από τα πιο ουσιώδη συστατικά του φασισμού είναι η απροκάλυπτη χρήση βίας και η μηδενική ανοχή στη διαφορά. Τα τυπικά χαρακτηριστικά του πρωτοφασισμού, κατά τον Ουμπέρτο Έκο[1], είναι η λατρεία στην παράδοση, η δράση για τη δράση, ο επιλεκτικός λαϊκισμός, η παραδοχή ότι η ταυτότητα του έθνους είναι οι εχθροί του, ότι ο ειρηνισμός είναι συναλλαγή με τον εχθρό.

 

Όμως:

Για να μπορέσει ένα φασιστικό, λαϊκιστικό μόρφωμα να εξελιχθεί σε κίνημα και να καταλάβει την εξουσία, πρέπει να εκπληρώνει κάποιες βασικές προϋποθέσεις: να υπάρχει α) περιβάλλον οικονομικής κρίσης, β) απαξίωση του πολιτικού συστήματος και γ) εξασφάλιση υποστήριξης από τις ελίτ, είτε αυτές είναι οικονομικές είτε θρησκευτικές είτε μιντιακές. Οι αντιστοιχίες με την ελληνική πραγματικότητα είναι εξόφθαλμες, όπως και οι κίνδυνοι.

 

Η «προϊστορία»

 

Το κλίμα στην Ελλάδα ήταν σε πλήρη αντιστοιχία με τις εξελίξεις στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο αντικοινοβουλευτισμός κέρδιζε έδαφος σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, εκφράζοντας στην Ελλάδα την απολυταρχική νοοτροπία, απέπεμψε το 1915 την κυβέρνηση Βενιζέλου και διέλυσε τη Βουλή δυο φορές. Αξιοποιώντας το γόητρο του Κωνσταντίνου, οι μοναρχικοί προχώρησαν σε μαζική κινητοποίηση, οργανώνοντας «εμπνεύσει και κατευθύνσει του Γενικού Επιτελείου» τους «Επιστράτους» σε συντάγματα, τάγματα και λόχους και τοποθετώντας επικεφαλής έμπιστους μοναρχικούς αξιωματικούς. Χρησιμοποιήθηκαν γι' αυτόν το σκοπό τα τοπικά παραρτήματα του Πανελληνίου Συνδέσμου Εφέδρων. Οι Επίστρατοι, έχοντας αναλογίες με άλλα φασιστικά ευρωπαϊκά κινήματα,  ήταν η πρώτη πραγματικά μαζική πολιτική οργάνωση στην Παλαιά Ελλάδα, με μικροαστική και αγροτική κοινωνική σύνθεση, τυφλή πίστη στον βασιλιά και στο μιλιταριστικό αλυτρωτισμό.[2] Δέχονταν μια απολυταρχική ιδεολογία που έδινε προνομιακή θέση στον «Αρχηγό», στη μαζική κινητοποίηση, στον εθνικισμό και στη βία. Πίσω τους βρίσκονταν η Αυλή και αυταρχικοί ηγέτες όπως ο Ιωάννης Μεταξάς, που ήθελαν να τους χρησιμοποιήσουν για την καταστολή των βενιζελικών. [3] Αμέσως μετά την αποστράτευση, τον Ιούνιο του 1916, οι επιστρατικοί σύλλογοι σκορπίστηκαν σε όλη τη χώρα. Μετά τον Νοέμβριο του 1920, οι Επίστρατοι, δεν αναδιοργανώθηκαν ούτε συντονίστηκαν κεντρικά και στη συνέχεια αφομοιώθηκαν στους Πολιτικούς Συλλόγους.

 

Επιπλέον, υπήρχε και ένα ανερχόμενο συνδικαλιστικό κίνημα. Η εμπειρία μέσα από την Ιστορία της Θεσσαλονίκης, όπου υπήρχε και ένα ισχυρό εργατικό κίνημα πάνω στα θεμέλια που είχε βάλει η ιστορική Φεντερασιόν, είναι καταλυτική. Η ανάπτυξη του εθνικισμού, του αντικομμουνισμού και του αντισημιτισμού στη Θεσσαλονίκη προσφέρεται και ως ένα σημαντικό αντικείμενο μελέτης.

 

Η αντιμετώπιση του εργατικού και του αντιπολεμικού κινήματος γινόταν πριν το 1922 με διάλυση των συγκεντρώσεων από έφιππους σπαθοφόρους ενώ πρωτοστατούσαν και μπράβοι και ραβδοφόροι τραμπούκοι. Η μορφή της Φεντερασιόν, ο Αβραάμ Μπεναρόγια, είχε προσωπική εμπειρία αμέτρητων ξυλοδαρμών[4]. Το 1921 είχαν σημειωθεί σε βάρος συνδικαλισμένων εργατών και αντιμιλιταριστών της Θεσσαλονίκης αλλεπάλληλες αιματηρές επιθέσεις από οπλοφόρους της πρώιμης εθνικιστικής οργάνωσης «Μακεδονική Νεολαία».[5]

 

Η χωροφυλακή προσπαθούσε να ελέγξει τις εξελίξεις μέσα και από τους χαφιέδες της καθώς και με βασανιστήρια, με μαστίγωμα με βούρδουλα, «φάλαγγα» κτλ. Προσλάμβαναν για βοήθεια τραμπούκους «μαγκουροφόρους», που και οι ίδιοι ήταν συχνά εργαζόμενοι στα χρηματοδοτούμενα από τους εργοδότες «κίτρινα σωματεία». Έτσι δημιουργήθηκε ο πυρήνας ενός δικτύου αντικομουνιστικών, εθνικιστικών ομάδων, που θα ανθήσει σε στενή συνάφεια με τις αρχές τα επόμενα χρόνια και θα παίξει ολέθριο ρόλο στην πολιτική.

 

Αρχικά οι αγωνιστές και οι συγγενείς τους τιμωρούνταν με βάση τους παλιούς νόμους περί ληστείας. Τα εγκλήματα γνώμης έγιναν κολάσιμα από το 1924, έτος ίδρυσης της αβασίλευτης δημοκρατίας, και περισσότεροι από 1.000 συνδικαλιστές εξορίστηκαν κατά τη βραχύβια δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου.[6]

 

Υπάρχει όμως ευθύνη και στην πολιτική του Ελ. Βενιζέλου για την ανάδυση ενός κύματος αντισημιτισμού και για την οικονομική αποδυνάμωση των εβραίων. Η εφημερίδα «Μακεδονία» των Φιλελευθέρων καλλιεργούσε ένα έντονο αντιεβραϊκό κλίμα.[7] Ήταν φανερό ότι «από τη στιγμή που η Θεσσαλονίκη γίνεται συνοριακή πόλη, ήταν εθνικός αυτοσκοπός να επιβληθεί το ελληνικό στοιχείο».[8] Και βέβαια, η καταπίεση συχνά δεν ήταν τόσο ο αντικειμενικός σκοπός όσο μια όψη του «εκσυγχρονισμού του κράτους».[9] 

 

Από την άνοιξη του 1923 που εκδηλώθηκε οικονομική κρίση, ακολούθησαν απολύσεις και περικοπές ημερομισθίων. Τον Αύγουστο του 1923 η «επαναστατική κυβέρνηση» Πλαστήρα-Γονατά, για να καταστείλει την πανελλαδική γενική απεργία, χρησιμοποίησε στρατιωτική βία, διέλυσε όλα τα σωματεία, τις ομοσπονδίες και τα εργατικά κέντρα και κατάσχεσε τα ταμεία και τα αρχεία τους. Τρεις μήνες αργότερα θα προχωρήσει στην ανασύστασή τους με διορισμένες διοικήσεις.[10]

 

Μετά από μισό αιώνα εκβιομηχάνιση, η Θεσσαλονίκη είχε γίνει μια εργατούπολη. Τα 2/3 των 105.000 εργατών το 1928 θα έχουν εξαρτημένη εργασία και άλλοι 25.000 θα είναι αυτοαπασχολούμενοι ή βοηθούσαν κάποιο συγγενή τους. Έτσι, ενώ το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης είχε αναγνωριστεί το 1917 από το Πρωτοδικείο, το 1923 θα ιδρυθεί με κρατική παρέμβαση και το Εθνικόν Εργατικόν Κέντρον Θεσσαλονίκης, «χάριν της συνενώσεως και συσφύξεως των σχέσεων και ιδεών των Εθνικιστών Εργατών, μελών των διαφόρων εδρευόντων ενταύθα Εθνικιστικών Σωματείων». Τα Σωματεία αυτά το 1925 θα προσπαθήσουν να συντονίσουν τις ενέργειες τους με την ίδρυση του Εθνικού Πολιτικού Κέντρου Μακεδονίας, εκφράζοντας την αντίθεσή τους «εις τας ακρότητας, τόσον της Κεφαλαιοκρατικής εκμεταλλεύσεως, όσον και των αντεθνικών Κομμουνιστικών τάσεων».


 
Κομματικές πελατείες και φασίζουσες πρακτικές

Μετά την τραγωδία του 1922, η Ελλάδα των 5 εκατομμυρίων δέχτηκε 1.075.000 πρόσφυγες (19,6% του πληθυσμού), από τους οποίους οι 746.000 στη Βόρεια Ελλάδα. Η ανταλλαγή των πληθυσμών με την Τουρκία ήταν η μεγαλύτερη οργανωμένη μετακίνηση προσφύγων στην ιστορία μέχρι τότε και μοντέλο που οι ναζιστές και άλλοι θα το επικαλούνταν αργότερα για εκτοπίσεις στην ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία.[11]

 

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η εθνική συσπείρωση είχε ανάγκη από νέες στοχεύσεις. Με την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας, το ιδεολογικό κενό καλύφθηκε από έναν τραυματισμένο και υλικά ανταλλάξιμο εθνικισμό. Οι φορείς της εθνικής ιδεολογίας κατήγγελλαν, πλέον, όχι τους εξωτερικούς εχθρούς του ελληνικού κράτους αλλά έναν διαφορετικό και πιο επικίνδυνο «εσωτερικό εχθρό», τους κομμουνιστές αλλά και τους Εβραίους.

 

Ο επίσημος αντικομμουνισμός, ως εκδήλωση διαφόρων κρατικών λειτουργιών και ως ιδεολογικό σχήμα, είχε ως βασικά του προσχήματα την εναντίωση στη μικρασιατική εκστρατεία και τη θέση του Κ.Κ.Ε. στο «Μακεδονικό».

 

Ήδη ο Μακεδονικός Αγώνας είχε ευνοήσει την ανάπτυξη ποικίλων ισχυρών δεσμών ανάμεσα σε τοπικούς παράγοντες και σε πατριαρχικούς αγρότες. Οι εξελίξεις και τα προβλήματα της δύσκολης περιόδου 1908-1922 είχαν συντηρήσει την ανάγκη προστατών και μεσολαβητών, ενώ μέσα στο κλίμα του «εθνικού διχασμού» το πατριαρχικό δίκτυο του Μακεδονικού Αγώνα είχε μεταλλαχτεί σε κομματικό μηχανισμό, με εθνικά καταξιωμένους πάτρωνες και αφοσιωμένους πελάτες. Το δεξιό Λαϊκό Κόμμα θα εκμεταλλευτεί αυτόν το μηχανισμό και θα ενισχύσει τις σχέσεις του, υποδεικνύοντας κορυφαίους Μακεδονομάχους, εντόπιους και μη ως υποψήφιους σε πολλές έδρες της Μακεδονίας, παρέχοντας παράλληλα γη και οικονομικά ανταλλάγματα.[12] Το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής θα είναι η εδραίωση, ανάμεσα στους ντόπιους πληθυσμούς της Μακεδονίας, ισχυρών εθνικών, βασιλικών και αντικομουνιστικών πυρήνων για όλη την επόμενη περίοδο.

 

Τον Αύγουστο του 1927 θα ιδρυθεί στη Θεσσαλονίκη και η αντικομμουνιστική «Εθνική Οργάνωσις “Παύλος Μελάς”» από εντόπιους κυρίως Μακεδονομάχους της πρώτης και δεύτερης γενιάς. Σύντομα η Οργάνωση θα αποκτήσει παραρτήματα σε αρκετά αστικά και ημιαστικά κέντρα της Μακεδονίας και θα στελεχωθεί κυρίως με παλαιούς πράκτορες συνεργάτες των αξιωματικών αλλά και με εντόπιους οπλαρχηγούς. Στα 1933 θα φτάσει τα 5.000 εγγεγραμμένα μέλη και τα 38 Παραρτήματα.

 

Αντίστοιχοι δεσμοί σφυρηλατήθηκαν και με τον προσφυγικό κόσμο. Και επειδή οι περισσότεροι πρόσφυγες είχαν αγκαλιάσει τον βενιζελισμό, ακόμη και η μερίδα τους που θα υιοθετήσει φασίζουσες πρακτικές θα συνεχίσει να διατηρεί τους δεσμούς της και να τους δίνει υλική υπόσταση.

 

Και αυτό ήταν σημαντικό, γιατί κατά τη δεκαετία 1923-1933 στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν πέντε εκλογικές αναμετρήσεις. Ουσιαστικά, όλη αυτή η περίοδος ήταν μία παρατεταμένη προεκλογική εκστρατεία, γεμάτη στρατιωτικά κινήματα και συνωμοσίες.[13]


 
Η Ασφάλεια αναζητά προπαγανδιστικό μηχανισμό

 

Η σχέση των εθνικιστικών και φασιστικών κινημάτων με τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς είναι ιστορικά βεβαιωμένη. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ίδιος ο Χίτλερ ξεκίνησε ως έμμισθος πράκτορας της ασφάλειας εντεταλμένος να παρακολουθεί τις συνελεύσεις του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος. Αργότερα έγινε μέλος του και το μετασχημάτισε στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας. Στη σχέση αυτή αναζητούν και τους λόγους που δεν αναπτύχθηκε ένα εγχώριο μαζικό φασιστικό κίνημα, ακόμη και εθνικιστές ιστορικοί, παραδεχόμενοι ότι ο χώρος αυτός από την πρώτη στιγμή πρακτορεύτηκε, καθοδηγήθηκε και τέλος κυριεύθηκε από τις εγχώριες υπηρεσίες ασφαλείας.[14]

 

Η πρώτη καταγραμμένη από τις αυτόχθονες εθνικιστικές, αντισημιτικές και αντικομουνιστικές οργανώσεις που θα αναπτυχθούν, ήταν η Εθνική Ομοσπονδία, εθνικιστικός φορέας με σωματεία στις βορειοελλαδικές πόλεις μέχρι την Ξάνθη. Ξεκίνησε με αξιόλογη δράση μπράβων στην περιοχή Δρά­μας, το 1924. Αρχηγός ήταν ο κονδυλικός Αντώνιος Μανουσάκης, αναμεμειγμένος σε κυκλώματα διαφθοράς στη Σμύρνη και στη Μπάρα της Θεσσαλονίκης. Με την προστασία του μεράρχου, υποστράτηγου Θ. Ξύδη, οργάνωσε την Εθνική Ομοσπονδία, με 100 μέλη ανέργους ή εργάτες, που κυκλοφορούσαν οπλισμένοι, συλλάμβαναν κομμουνι­στές και αποσπούσαν χρηματικές εισφορές από τους κατοίκους.[15]

 

Με τον ίδιο ιδεολογικό στόχο, την απομίμηση των Επιστράτων του 1915, και ως απάντηση στις αντιμιλιταριστικές Ενώσεις Παλαιών Πολεμιστών, δημιουργήθηκαν και αρκετοί εφεδρικοί σύλλογοι -μόνο το 1926 ιδρύθηκαν 4 στη Θεσσαλονίκη- που συγκροτούσαν ενώσεις και Πανελλαδικούς Συνδέσμους ενώ κυκλοφορούσαν και εφημερίδες. Το 1926 δημιουργήθηκε και η Λεγεώνα Εθνικής Σωτηρίας και την ίδια χρονιά η Μακεδονική Εθνική Οργάνωση άρχισε να καλεί όλους τους Έλληνες σε εμπορικό αποκλεισμό των Εβραίων.

 

Παρόλα αυτά, η Ειδική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, σε ειδική Έκθεσή της για το 1927 διαπίστωνε ότι «η κομμουνιστική κίνησις εν Θεσσαλονίκη δύναται να θεωρηθεί ως λίαν σοβαρά χρήζουσα αφ’ ενός αγρύπνου αδιαλείπτου και καταλλήλου παρακολουθήσεως και αφ’ ετέρου λήψεως γενικών αποτελεσματικών ριζικών μέτρων» διότι «η κομμουνιστική προπαγάνδα ευρίσκει πρόσφορον το έδαφος, μη υπαρχούσης ετέρας αντικομμουνιστικής τοιαύτης».[16]

 

Το «κενό» θα καλυφθεί ταχύτατα. Μέχρι τον επόμενο χρόνο θα ιδρυθούν 10 περίπου σύλλογοι με αντίστοιχη δράση και δημοσιεύματα,[17] μεταξύ τους και η «Αντικομμουνιστική Ένωσις ”Η Πατρίς”» και ο Σύνδεσμος «Εθνική Αναγέννησις» του Βασ. Μπαϊρακτάρη, μοναρχικού μπράβου, που διετέλεσε και πρόεδρος Παλαιοημερολογιτών.[18] Αυτή όμως που θα ξεχωρίσει, είναι η Ε.Ε.Ε.

 

Αυτή η βασική οργάνωση-κορμός, η «Εθνική Ένωσις “Η Ελλάς”» (Ε.Ε.Ε.) είχε τη μορφή αλληλοβοηθητικού Σωματείου, με καταστατική ίδρυση στις 5.2.1927. Δεχόταν ως μέλη μόνο χριστιανούς και βασικοί εχθροί της ήταν οι εβραίοι, ο κομμουνισμός, ο ταξικός συνδικαλισμός.[19]

 

Η Ε.Ε.Ε. κατάφερε να έχει μέχρι και 27 παραρτήματα σε όλη τη χώρα, να κατεβάζει στρατιές με τραίνα και να παρελαύνει στην Αθήνα, να καθορίζει την πολιτική ατζέντα και να υλοποιεί διωγμούς, εμπρησμούς κ.α. Στόχος τους ήταν να εξοντωθεί η εβραϊκή κοινότητα της πόλης και να αντιμετωπιστεί η αριστερά. Ταυτόχρονα επιδίωκε να ενισχύσει τις γραμμές ένταξης στο λεγόμενο εθνικό κορμό. Μπορεί να μην κατάφεραν να φτάσουν ως κίνημα στην εξουσία αλλά επηρέασαν την πολιτική και κυρίως το κυβερνητικό κόμμα των Φιλελεύθερων και προετοίμασαν το έδαφος για τη φασιστική δικτατορία του Μεταξά.

 

Δίκτυο συνεργαζόμενων Σωματείων από την ΕΕΕ

 

Ως το 1929 λειτουργούσαν 13 σύλλογοι και σωματεία με επιδιώξεις εθνικιστικές, αντικομμουνιστικές, ακόμη και φασιστικές, τέσσερις από αυτούς ήταν σύλλογοι εργατών, πέντε ήταν ενώσεις αναπήρων και εφέδρων οπλιτών, ένας προέβλεπε τη δυνατότητα να συμμετάσχει ενεργά στην πολιτική, δύο έδιναν ιδιαίτερη έμφαση σε ιδεολογικά ζητήματα και ο τελευταίος αποδεχόταν την ιταλική φασιστική ιδεολογία. Επομένως, υπήρχε ήδη γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη της μεταξύ τους συνεργασίας, έχοντας ως βάση ορισμένες κοινά αποδεκτές αρχές. [20]

 

Η ΕΕΕ συνεργάστηκε και με άλλες οργανώσεις με παρόμοιες επιδιώξεις αλλά προχώρησε και στην ίδρυση αυτοτελών Σωματείων στον εργατικό και φοιτητικό χώρο, τα οποία εναρμονίζονταν με τους σκοπούς της. Οι «τριεψιλίτες» εργάτες απολάμβαναν την εμπιστοσύνη των εργοδοτών της πόλης.[21] Βασικό μέλημα της ΕΕΕ ήταν η εξεύρεση εργασίας στα άνεργα μέλη της, τα οποία ήταν κυρίως «άτομα Lumpen»[22] και για την επέκταση της επιρροής της χρησιμοποιούσαν και βίαια μέσα (απειλές φόνου, τρομοκρατία, επιθέσεις εναντίον αντιφρονούντων, καταστροφή περιουσίας των συνδικαλιστικών οργάνων κτλ).[23] Σε σχετική συζήτηση στη Βουλή, στις 10.121931, ο Αλ. Παπαναστασίου κατήγγειλε πως στη Θεσσαλονίκη οι πολίτες δεν μπορούν να εργαστούν, αν δεν είναι μέλη της ΕΕΕ, και ότι οι «χαλυβδόκρανοι» ασκούν αφόρητες πιέσεις στους οργανισμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να προβούν σε προσλήψεις εργατών, δίχως την έγκριση τους.

 

Η Εθνική Παμφοιτητική Ένωσις (Ε.Π.Ε.), που εντασσόταν στον κύκλο της ΕΕΕ, ήταν το μοναδικό φοιτητικό σωματείο που αναγνώριζε η πρυτανεία του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τελούσε υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Περικλή Βιζουκίδη, ο οποίος θα υποδεχτεί και τα στρατεύματα κατοχής.

 

Το 1929 είχε ιδρυθεί στην Αθήνα από εθνικιστές φοιτητές ο Εθνικός Παμφοιτητικός Σύλλογος, ο οποίος μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’30 θα συσπειρώσει και μέλη άλλων οργανώσεων. Με πρωτοβουλία του προεδρείου του ΕΠΣ θα δημιουργηθεί το Εθνικό Μέτωπο για «να αντισταθεί στους κομμουνιστές».


 
Το Ιδιώνυμο

 

Τον Ιούλιο του 1928 τη διακυβέρνηση της χώρας είχε αναλάβει και πάλι ο Ελ. Βενιζέλος, μέσα σε ένα κλίμα έντονων εργατικών αγώνων. Με το «Ιδιώνυμο», που ψήφισε η Βουλή τον Ιούλιο του 1929[24] περιόρισε δραστικά τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα, θέσπισε την υποχρεωτική διαιτησία του κράτους στις εργατικές διαφορές και ουσιαστικά ποινικοποίησε την πολιτική άποψη, αφού καθιστούσε παράνομες τις δημόσιες συγκεντρώσεις κομμουνιστών «ή άλλων ανατρεπτικών στοιχείων» και προέβλεπε ότι όποιος επιθυμεί την ανατροπή του καθεστώτος, ακόμα και αν δεν αναπτύσσει δράση, θα τιμωρείται.

 

Θα ακολουθήσει κύμα αυθαίρετων συλλήψεων, ερευνών, βασανιστηρίων, φυλακίσεων και εξοριών, κάτι που θα το πληρώσει ο Ελ. Βενιζέλος το Σεπτέμβριο του 1932, όταν θα χάσει τις εκλογές.


 
Η «χρυσή» εποχή της ΕΕΕ

 

Μέσα στο 1930 η ΕΕΕ θα συσπειρώσει όλα τα αντιδραστικά στοιχεία της πόλης και της υπαίθρου και θα μετατραπεί σε παραστρατιωτική οργάνωση, με μαχητικές ομάδες κρούσης. Με παρελάσεις και τραμπουκισμούς, με παρεμβάσεις στις δημοτικές εκλογές και διαπλοκές με υψηλά πολιτικά πρόσωπα, με καταστροφή των εβραϊκών νεκροταφείων και πογκρόμ, επεκτείνονται πανελλαδικά, με 27 παραρτήματα και 7.000 μέλη. Από αυτά, τα 3.000 υπολογίζονται μόνο στη Θεσσαλονίκη, κυρίως πρόσφυγες.

 

Σύμφωνα με τις οδηγίες μιας μυστικής εγκυκλίου -«κατόπιν της καταπληκτικής αυξήσεως» των μελών- καθορίζεται πως τα μέλη θα οργανώνονται σε συνοικιακά τμήματα, υποδιαιρούμενα σε τομείς με διορισμένο τομεάρχη, σε πλήρη αντιστοιχία με την περιοχή ευθύνης των Αστυνομικών Τμημάτων. Η σχέση θα εκδηλωθεί με τη συνεργασία για την καταστολή συγκεντρώσεων, επιθέσεις σε γραφεία και λέσχες των συνδικαλιστικών σωματείων, σε συνοικιακά καφενεία και σε κινηματογράφους που προβάλλουν προοδευτικές ταινίες κτλ.

 

Το αποκορύφωμα ήταν το πρώτο μεγάλο πογκρόμ εναντίον των εβραίων, με θανάτους, κυρίως στον εβραϊκό συνοικισμό Κάμπελ. Εκπρόσωποι της ΕΕΕ είχαν συναντηθεί με τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας Στυλιανό Γονατά την παραμονή των ταραχών, και εκείνος συντάχθηκε με τους στόχους τους. Η οργάνωση έπαιρνε μέρος σε επίσημες παρελάσεις στις εθνικές γιορτές και λάβαινε επιχορηγήσεις από το Δήμο, κρατικούς φορείς και μεγάλες τράπεζες.[25]

 

Οι κατηγορούμενοι του πογκρόμ θα αθωωθούν το 1932 σε δίκη στη Βέροια και οι δεσμοί με τις αρχές έγιναν ακόμα στενότεροι. Στη Θεσσαλονίκη, το Δ.Σ. της ΕΕΕ και εκατοντάδες οπαδοί της τους υποδέχτηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό με επικεφαλής την ορχήστρα του Παπάφειου Ορφανοτροφείου και με πομπή από 70 αυτοκίνητα και 25 άμαξες γεμάτες κόσμο διέσχισαν κεντρικούς δρόμους της πόλης.

 

Στη συνεδρίαση της Βουλής της 11ης Δεκεμβρίου 1931, ο Στ. Γονατάς είχε χαρακτηρίσει το έργο της «εθνικότατον και πατριωτικότατον», χαρακτηρισμούς που φάνηκε να δέχεται όλη η Βουλή, πλην του Αλ. Παπαναστασίου και των βουλευτών του. Ο πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος επικρότησε τη λειτουργία της, εφόσον αποσκοπεί στην τόνωση του εθνικού φρονήματος και την καταπολέμηση του κομμουνισμού. Άλλος που υποστήριξε την ΕΕΕ ήταν ο πρόσφυγας υπουργός Πρόνοιας Λ. Ιασωνίδης.

 

Προκύπτει, λοιπόν, ότι μολονότι ένα σοβαρό τμήμα του προσφυγικού και ντόπιου πληθυσμού ελεγχόταν από τους κομματικούς μηχανισμούς, κοινωνικά και ιδεολογικά εκφραζόταν και κατέφευγε σε οργανώσεις, όπως η ΕΕΕ. Μέσω της ποικιλόμορφης εξάρτησης των οργανώσεων αυτών (οικονομική ενίσχυση, ηθική συμπαράσταση, δημόσια προβολή) από φορείς της εξουσίας (βενιζελικοί κυρίως πολιτευτές, τοπικός Τύπος, εκκλησιαστικές αρχές, κά.) ασκούνταν μια μορφή ελέγχου από τους παράγοντες της κατεστημένης εξουσίας πάνω στο δυσαρεστημένο κόσμο.[26]

 

Στα τέλη της άνοιξης του 1932, η ΕΕΕ προχώρησε στην ίδρυση νεολαίας, με τίτλο «Εθνικόν Σώμα Ελλήνων Αλκίμων»,[27] με ομοιόμορφη μπλε στολή, όπου συμμετείχαν κυρίως έφηβοι από 14 έως 18 ετών και χρηματοδότηση από το Δήμο Θεσσαλονίκης.

 

Στις εκλογές της 31ης Ιουλίου 1932 στη Γερμανία, οι εθνικοσοσιαλιστές πήραν το 38% των ψήφων και 230 βουλευτές. Και στις 20 Αυγούστου, σε συμπλοκή στο Καπάνι με κομμουνιστές εργάτες, Τριεψιλίτες σκότωσαν τον εργάτη Χαρίτωνα Στραμπουλίδη. Αυτό έγινε γνωστό και γιατί ο Μάρκος Βαφειάδης ήταν παρών στο γεγονός και υπέδειξε στην Αστυνομία ως δράστες του φόνου τους αδελφούς Μελεμενλή, ηγετικά στελέχη των ομάδων κρούσης της ΕΕΕ. Η αστυνομία όμως τους άφησε ελεύθερους, ανακοινώνοντας ότι «οι δράστες αναζητούνται και οι ανακρίσεις γίνονται προς πάσαν κατεύθυνσιν» και προσπαθώντας να φορτώσει το φόνο στους αρχειομαρξιστές.

 

Τον Νοέμβριο του 1932 θα συστήσει με τη γνωστή συνταγή το Σωματείο «Εθνικοκοινωνική Οργάνωσις Επιστράτων “Ξίφη Βυζαντινών”». Αργότερα θα εκδώσει και την εφημερίδα «η Δράσις».

 

Ο πόλεμος της ΕΕΕ εναντίον των εβραίων θα ωθήσει μόνο μέχρι τη δίκη 400 εβραϊκές οικογένειες της Θεσσαλονίκης να αναχωρήσουν για το εξωτερικό. Οι πιο πλούσιοι θα φύγουν για την Ευρώπη και άλλοι για την Παλαιστίνη.

 

Στόχος της επίθεσης ήταν το ξερίζωμα του συνοικισμού Κάμπελ από την περιοχή της Καλαμαριάς και ήταν απόλυτα επιτυχής. Τον Αύγουστο του 1932 έγινε εξαγορά του συνοικισμού από το Δημόσιο και η Πρόνοια εγκατέστησε χριστιανούς πρόσφυγες. Σε αναγνώριση, μάλιστα, των υπηρεσιών του, το Κάμπελ θα ονομαστεί το 1933 «συνοικισμός Στυλιανού Γονατά». Οι περισσότεροι από τους Εβραίους που ζούσαν εκεί μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη.[28] 


 
Η πολιτική διαπλοκή

 

Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης, εβραίοι του εξωτερικού, το ΚΚΕ αλλά και το Λαϊκό Κόμμα κατηγορούσαν τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας Στυλιανό Γονατά ως ηθικό αυτουργό του εμπρησμού. Επιπλέον, οι κομμουνιστές κατηγορούσαν τον Γονατά για το ότι υπήρξε ο αφανής οργανωτής της φασιστικής ιδεολογίας στη Βόρειο Ελλάδα, με απώτερο στόχο την αρπαγή των εβραϊκών περιουσιών.

 

Ιδιαίτερη σχέση με την ΕΕΕ είχε και ο Σοφοκλής Βενιζέλος, γιος του Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως προκύπτει από το Αρχείο του Γραμματέα του Αποστολόπουλου (Αρχείο ΕΛΙΑ). Αξιωματικός του Πυροβολικού, το 1920 είχε παραιτηθεί από το στρατό, για να εκλεγεί βουλευτής Χανίων. Φλερτάριζε με τις ακροδεξιές πρακτικές και το 1936, μετά την ανάδειξή του στην ηγεσία των Φιλελευθέρων, θα προσεγγίσει και τον Μεταξά. Όπως έλεγε και ο τότε ΓΓ του ΚΚΕ Γ. Σιάντος «Είνε γνωστό ότι ο ίδιος ο Σοφοκλής Βενιζέλος ήταν σύμφωνος στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Υπήρξε μάλιστα και μια συμφωνία Βενιζέλου-Μεταξά για να γίνει ο Βενιζέλος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και παραπονιότανε έπειτα ο Σοφοκλής, που ο Μεταξάς παρέβη τη συμφωνία και δεν του έδωκε αυτή τη θέση». Μετεμφυλιακά, θα ενθαρρύνει τον Γ. Γρίβα της δοσιλογικής οργάνωσης «Χ» και της ΕΟΚΑ για τη δημιουργία ενός πολιτικού φαινόμενου ανάλογου με του Παπάγου, με στυλοβάτη το Κόμμα των Φιλελευθέρων και «δανεικούς» τους βουλευτές του.

 

Η πολιτική συμπαράσταση προς την ΕΕΕ είχε και σαφές υλικό αντίκρισμα: οι κρατικές και δημοτικές αρχές ανταποκρίνονταν στα αιτήματα χρηματοδότησης των εθνικοφρόνων υπερασπιστών της τάξης. «Οι τοπικές ελληνικές αρχές φαίνεται ότι κατά κανόνα επιδείκνυαν ανοχή απέναντι στην ΕΕΕ, αν δεν συνεργάζονταν μαζί της, κυρίως στα πλαίσια της αντικομουνιστικής δράσης»[29]. Αυτό αφορούσε και τον Τύπο και την εκκλησία και πολιτευτές των Φιλελεύθερων και των Λαϊκών.

 

Ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας των Λαϊκών Φίλιππο Δραγούμη (8/2/1932), είχε καταλήξει σε συμφωνία με την ΕΕΕ, με αντάλλαγμα την υποστήριξή της προς το «Εθνικό Αγροτικό Κόμμα», που αυτός ετοίμαζε. Στην απόφασή του αυτή βάρυνε και η υποστήριξη των εφέδρων αξιωματικών και του δικτύου του Μακεδονικού Αγώνα. Κι έτσι, θα κατέβει στη Φλώρινα με ανεξάρτητο συνδυασμό στις βουλευτικές εκλογές (9.6.1935 και 26.1.1936), εξασφαλίζοντας 10.000 έως 12.000 ψήφους.

 

Η ΕΕΕ διχάζεται ανάμεσα στο κόμμα και στο παρακράτος

 

Το μεσουράνημα της οργάνωσης σήμανε και την αρχή του τέλους, καθώς η ηγεσία της βιάστηκε να αξιοποιήσει την επιτυχία της και εξήγγειλε το μετασχηματισμό της σε πολιτικό κόμμα. Ακολούθησε η διακοπή της κρατικής χρηματοδότησης και η διαρροή των μελών της προς άλλες οργανώσεις. Ένα τμήμα της θα γίνει κόμμα με φιλοβενιζελικούς οπαδούς ενώ το άλλο θα διατηρήσει το σωματειακό του χαρακτήρα, με οπαδούς Λαϊκούς και Κονδυλικούς.

 

Η σύγκρουση είναι πλέον ξεκάθαρη και το Δεκέμβριο θα υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη δύο φορείς: το Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα Εθνική Ένωσις Ελλάς και το Σωματείο Εθνική Ένωσις (η) Ελλάς που ισχυρίζονται και οι δύο ότι αυτοί είναι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ΕΕΕ.

 

Αρκετά στελέχη της στα τέλη του 1934 προσχώρησαν στην Οργάνωση Εθνικοφρόνων Σοσιαλιστών (ΟΕΣ) του Ιάκωβου Διαμαντόπουλου.


 
Από τα Λαϊκά Μέτωπα στο στρατό του Μεγαλειότατου

 

Η άνοδος του ναζισμού και του φασισμού στην Ευρώπη συντέλεσαν μετά το 1934 στην πολιτική των «Λαϊκών Μετώπων». Επιπλέον, με την άνοδο του Λαϊκού Κόμματος στη εξουσία, εντάθηκαν και οι φόβοι για πολιτειακές μεταβολές και δημιουργήθηκε ενωτικό κλίμα στο εργατικό κίνημα. Την ίδρυση της «Ένωσης Αντιφασιστών Ελλάδος» με πρωτοβουλία της ΓΣΕΕ, ακολούθησε (5.10.34) το σύμφωνο κοινής δράσης «εναντίον κάθε στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας» των τριών εργατικών Συνομοσπονδιών και της Αριστεράς. Και στο τέλος Οκτωβρίου, το Ζ΄ Συνέδριο της ΓΣΕΕ αποφάσισε για ενοποίηση όλου του εργατικού κινήματος.

 

Μέσα στο 1934 έγιναν αρκετές μεγάλες απεργίες και τον Οκτώβριο του 1935 οι Γ. Κονδύλης και Αλ. Παπάγος έριξαν τον Κ. Τσαλδάρη και επέβαλλαν αυταρχικό φιλοβασιλικό καθεστώς. Αμέσως (16/20.11.35) η νέα κυβέρνηση εξέδωσε Αναγκαστικό Νόμο για την παραπομπή κάθε εργατικής διαφοράς σε μια διαδικασία διαιτησίας και απαγόρευσε κάθε απεργιακή κινητοποίηση, με βαριές επιπτώσεις (έκπτωση, φυλάκιση, απόλυση κ.τ.λ.) για τους παραβάτες. Ως αντίδραση στις φυλακίσεις και τις εξορίες η Αριστερά οργάνωσε το Δεκέμβριο γενική πολιτική απεργία πείνας και πανελλαδικές διαμαρτυρίες.

 

Στις βουλευτικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, τις τελευταίες δημοκρατικές εκλογές στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, δεν θα προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Το Παλλαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ) με το 5,76% των ψήφων θα εκλέξει 15 βουλευτές και με τη στήριξή της θα αναδείξει πρόεδρο της Βουλής τον ηγέτη των Φιλελευθέρων. Η προοπτική ρυθμιστικού ρόλου της Αριστεράς θα επηρεάσει τις εξελίξεις και, μετά το θάνατο του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Κων. Δεμερτζή -ενός ακόμη σε σειρά θανάτου πολιτικού- ο βασιλιάς Γεώργιος στις 13 Απριλίου θα διορίσει πρωθυπουργό τον βασιλόφρονα και γερμανόφιλο στρατιωτικό Ιωάννη Μεταξά, που είχε συμμετάσχει στις εκλογές και είχε εξασφαλίσει ποσοστό 3,94% με 7 έδρες. Παρόλο το μικρό του ποσοστό, ο Μεταξάς θα δεχτεί τη στήριξη των δύο μεγάλων κομμάτων της εποχής, των Φιλελευθέρων και του Λαϊκού. Αμέσως, μάλιστα, η Βουλή θα διακόψει τις εργασίες της -δήθεν λόγω καλοκαιριού- και θα δώσει στον Μεταξά υπερεξουσίες.

 

Είναι η απάντηση του αστικού πολιτικού κόσμου στις εργατικές κινητοποιήσεις. Ήδη από τις αρχές Μαρτίου είχε εκδηλωθεί μια σειρά απεργιών. Η εξέγερση του Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη, μια από τις πιο σημαντικές στιγμές για την παγκόσμια ιστορία του εργατικού κινήματος, που εκτός από πολιτική επιστράτευση είχε πνιγεί στο αίμα, με «ελευθερία δράσης» στη χωροφυλακή αλλά και τη συνδρομή των τραμπούκων της οργάνωσης ΕΕΕ, που πυροβολούσαν και από τις ταράτσες κτιρίων. Απολογισμός: 12 νεκροί, 32 βαριά και 250 ελαφρά τραυματίες, όλοι πολίτες. Οι τρεις από τους νεκρούς ήταν Εβραίοι.

 

Μια νέα πανελλαδική γενική απεργία που είχε εξαγγελθεί για τις 5 Αυγούστου, αποτέλεσε το πρόσχημα του Ι. Μεταξά για να κηρύξει, μια μέρα πριν, τη δικτατορία. Ο Μεταξάς, με τη συνεργασία του βασιλιά Γεωργίου, θα εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς με πολλά κοινά με τα φασιστικά καθεστώτα της Ιταλίας και της Γερμανίας, χωρίς όμως μαζική λαϊκή βάση. Θα εξαπολύσει άγρια καταστολή της αριστεράς, των συνδικάτων και κάθε κινητοποίησης, θα οργανώσει την εθνικιστική προπαγάνδα και την προσωπολατρία, θα καθιερώσει τις μαθητικές παρελάσεις και θα δημιουργήσει την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ), στα πρότυπα του φασιστικού μοντέλου και της ναζιστικής νεολαίας.

 

Σε μια από τις δεκάδες παρελάσεις μαθητών-φαλαγγιτών που οργάνωσε η 4η Αυγούστου στο Παναθηναϊκό Στάδιο, ο Μεταξάς απευθύνθηκε προς τον βασιλιά Γεώργιο: “-Ιδού, Μεγαλειότατε, ο στρατός σας, εις τον οποίον και μόνον πρέπει να στηρίζεσθε.”

 

Η δικτατορία του Μεταξά θα αξιοποιήσει τα στελέχη των εθνικιστικών οργανώσεων στην ΕΟΝ και την κρατική δομή. Οι περισσότεροι «χαλυβδόκρανοι» τομεάρχες της ΕΕΕ θα ενταχτούν στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου και την ΕΟΝ, εκτιμώντας πως ενσαρκώνουν τα οράματά τους.

 

Το καθεστώς θα απαγορεύσει τη λειτουργία όλων των πολιτικών κομμάτων, επομένως και της ΕΕΕ.[30] Τα γραφεία της στη Θεσσαλονίκη θα περάσουν στην κατοχή της EON.[31]

 

Η οργάνωση θα επανεμφανιστεί λίγες ημέρες μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από το ναζιστικό στρατό, με αρχηγό τον συνταγματάρχη Γεώργιο Πούλο, που θα μετονομάσει την οργάνωση σε «Εθνικόν και Σοσιαλιστικόν Κόμμα της Ελλάδος ΕΕΕ», με έδρα τη Θεσσαλονίκη και με την εκτίμηση ότι με την κατάρρευση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ανοίγει ο δρόμος για την πραγμάτωση των ιδανικών του εθνικοσοσιαλισμού.[32] Αυτό στην πράξη σήμαινε συνεργασία με τους ναζί κατακτητές, εκτεταμένες δολοφονίες στο όνομα του εθνικού αγώνα ενάντια στον κομμουνισμό και ιδιοτελής δοσιλογισμός.

 

Αυτά όμως είναι μια μεγάλη ιστορία για άλλη φορά.


 
Η Άκρα Δεξιά σε μετάβαση

 

Ας δούμε τι έγινε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάρρευση του ναζιστικού μοντέλου, το οποίο θα μπορούσε να είχε κερδίσει στρατιωτικά και σήμερα η ευρωπαϊκή πραγματικότητα να ήταν άλλη.

 

Η Άκρα Δεξιά μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εμφανίστηκε στην Ευρώπη ως μια περιθωριακή πολιτική δύναμη και παρέμεινε σε καραντίνα, ταυτόχρονα με την πολιτική ενσωμάτωσης ακόμη και βασικών στελεχών της στο πολιτικό σύστημα.

 

Ειδικά στην Ελλάδα, οι δοσίλογοι συνεργάτες της ναζιστικής Γερμανίας κρύφτηκαν στη μεγάλη Δεξιά παράταξη και έκαναν σημαία τα εθνικά ιδεώδη και τον αντικομμουνισμό, με ένα άλλου είδος προσαρμοσμένο λαϊκισμό. Στην κατεστραμμένη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Θεσσαλονίκη σταδιακά κυριάρχησαν τα κοινωνικά στρώματα που είχαν πλουτίσει κυρίως κατά την Κατοχή, μια νέα μεσαία τάξη, που «ενεργεί πάντοτε ως φύλαξ του καθεστώτος» (Σπ. Μαρκεζίνης) μαζί με τα υπολείμματα της προπολεμικής μικροαστικής τάξης και όσους είχαν μαθητεύσει καλά ότι ο εθνικισμός μπορεί να είναι ένα προσοδοφόρο επάγγελμα. Η πόλη θα γίνει το θέατρο μιας σειράς πολιτικών δολοφονιών (Ζεύγος, Πολκ, Νικηφορίδης, Βελδεμίρης, Λαμπράκης, Τσαρουχάς, Χαλκίδης κ.α.) και θα δει να αναδεικνύονται πρόσωπα, ιδεολογίες και πρακτικές, που εξέφρασαν και αναπαρήγαν ένα διάχυτο εθνικολαϊκιστικό κλίμα. Όλες οι εκδοχές της Δεξιάς στεγάστηκαν στο κόμμα του Συναγερμού και μετά της ΕΡΕ ενώ το δεξιό παρακράτος αυτονομήθηκε μόνο για να επιβάλει τη χούντα του 1967.

 

Γενικώς, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Άκρα Δεξιά άρχισε να μετακινείται στο προσκήνιο της πολιτικής τη δεκαετία του ’70. Ήταν το «δεύτερο κύμα», διακριτό από την προπολεμική ακροδεξιά αλλά και αυτήν της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και συγκρούστηκε με τα αιτήματα της ανερχόμενης νέας αριστεράς. Μόνο τη δεκαετία του ’90 αναπτύχθηκε ένα «τρίτο κύμα», με την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, την παγκοσμιοποίηση και τα ρεύματα της μετανάστευσης, που δημιούργησαν νέες ευνοϊκές πραγματικότητες.

 

Η Άκρα Δεξιά και ο λαϊκισμός αλλά και ο φασισμός ευδοκιμούν προπάντων σε μεταβατικές περιόδους. Το τέλος του πολέμου το 1945, ο μεταβιομηχανισμός της δεκαετίας του ’70, ο μετακομμουνισμός της δεκαετίας του ’90, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η «δημοσιονομική» κρίση μετά το 2008 αποτελούν χαρακτηριστικές καμπές μετάβασης, στη διάρκεια των οποίων το παρελθόν ξυπνά και οι αμυντικές στάσεις απέναντι στη νέα πραγματικότητα διεγείρονται.

 

Οι συγκρούσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία, η έξαρση των εθνικισμών και των πολιτικών εθνοκάθαρσης, οι ξένες επεμβάσεις, η αντιπαράθεση για το όνομα της ΠΓΔΜ, η μαζική είσοδος παράνομων μεταναστών κ.α. ενίσχυσαν στην Ελλάδα την εθνικιστική και ρατσιστική ρητορεία και δημιούργησαν ένα ευρύ αξιακό υπόστρωμα στην κοινωνική συνείδηση για την αποδοχή της ακροδεξιάς ατζέντας.

 

Και η αντιμετώπισή της είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση.

 

_____________________________________________
 
* Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος είναι πρώην ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων. Το κείμενο ατό βασίζεται πάνω στο υπό έκδοση βιβλίο του «Η σκοτεινή Θεσσαλονίκη – εθνικισμός, αντισημιτισμός και αντικομουνισμός, ρητορεία και πρακτικές ενός αιώνα».

 

Βιβλιογραφικές αναφορές:

[1] Umberto Eco, "Eternal Fascism: 14 Ways of Looking at a Blackshirt"

[2] Σπ. Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μπενίτο Μουσσολίνι -Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006, τ.1, σ.104.

[3] Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Εθνικός Διχασμός και Μαζική Οργάνωση, 1. Οι Επίστρατοι του 1916, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996.

[4] Αλ. Δάγκα, Ο χαφιές, σ. 80, ΕτΒ, 6-10-1920

[5] Αλ. Δάγκα, Ο χαφιές -Ιός, Παρακράτος στη Θεσσαλονίκη -Οι γαμπροί του Θερμαϊκού, Ελευθεροτυπία, 17/5/1998.

[6] Μαρκ Μαζάουερ, «Η Θεσσαλονίκη των φαντασμάτων», σ. 447-8.

[7] Η εφημερίδα «Μακεδονία» ιδιαιτέρως μετά τις εκλογές της 31.5.1915, είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιεβραϊκή προπαγάνδα. Και μετά τον Φεβρουάριο του 1927 θα αρχίσει να δημοσιεύει τα πλαστά «Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών». 

[8] Ρένα Μόλχο, «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης 1856-1919. Μια ιδιαίτερη κοινότητα», σ. 246.

[9] Ο. Janowsky, People at Bay: The Jewish Problem in East-Central Europe, Οξφόρδη, 1938 -βλ. Μαρκ Μαζάουερ, Τα Βαλκάνια, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002, σ. 208.

[10] Εφημερίδα "Ελεύθερον Βήμα", 5.12.1923.

[11] Μαρκ Μαζάουερ, «Η Ελλάδα, το λίκνο της δημοκρατίας, κλονίζει τον πλανήτη», New York Times, 2/7/2011.

[12] Βασ. Κ. Γούναρης, Βουλευτές και καπετάνιοι: Πελατειακές σχέσεις στη μεσοπολεμική Μακεδονία, «Ελληνικά», ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 334-5.

[13] Γρηγορίου Δαφνή, Η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων 1923-1940, Αθήνα 1955, τ. 1-2.

[14] Ιάκωβος Περ. Χονδροματίδης, Η Μαύρη Σκιά στην Ελλάδα, μονογραφία περ. «Στρατιωτική Ιστορία», Αθήνα 2001.

[15] Εφημερίς Συζητήσεων της Βουλής, 20,21,22-11-1924. Ριζ., 15-11­-1924.

[16] Αλ. Δάγκα, Ο χαφιές, ό.π., σ. 272.

[17] Ιακωβ. Χονδροματίδης, ό.π., σ. 8.

[18] Αλ. Δάγκα, Ο χαφιές, ό.π., σ. 55.

[19] Θεοδόσιος Τσιρώνης, Πολιτική ιδεολογία στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου -Η οργάνωση Εθνική Ένωσις "Η Ελλάς" και τα συνεργαζόμενα σωματεία, Θεσσαλονίκη 1999, σ.24.

[20] Θ. Τσιρώνης, ό.π., σ.50.

[21] «Έκθεσις συνοπτική επί των σκοπών και της δράσεως της Εθνικής Ενώσεως Ελλάς», Αρχείο Φίλιππου Δραγούμη, Γενάδειος Βιβλιοθήκη, φ.7.3, εγγρ.132γ, Ιός «Ε», 17.5.1998)

[22] Αλέξανδρος Δάγκας, Ο χαφιές, ό.π., σ. 55.

[23] Αιμίλιος I. Δημητριάδης, ό.π., σ. 348' σύμφωνα με το Χαριτόπουλο, τα μέλη της ΕΕΕ προέρχονταν κυρίως από τα λαϊκά στρώματα και ήταν εργάτες.

[24] Νόμος 4229 της 24/25 Ιουλίου 1929 «περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών».

[25] Mark Mazower, ό.π., σ. 487.

[26] Γεώργιος Μουτάφης, «Η οικονομική και κοινωνική δομή της Θεσσαλονίκης», ό.π., σ. 401.

[27] Ι.Μ.Θ., Αρχείον εγγράφων, Α' Περίοδος... -1940, Αριθμός φακ. Γενικός 100, Ειδικός 20.

[28] Jacov Ben-Mayor / Yitzchak Kerem (2nd ed.), SALONIKA, Jewish virtual library Encyclopaedia Judaica, © 2008 The Gale Group.

[29] Γ. Μαυρογορδάτος, "Stillborn Republic", Μπέρκλεϊ 1983, σ. 258-9

[30] George Th. Mavrogordatos, Stilborn Republic, ό.π., σ. 255.

[31] Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων, Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη, 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2006, σ.119.

[32] Εφ. Νέα Ευρώπη, 12 Μαΐου 1941, σ. 1.